Η είδηση του θανάτου του Μιχάλη Μόσιου σε ηλικία 79 ετών προκάλεσε κύμα συγκίνησης στον καλλιτεχνικό χώρο, καθώς ο ηθοποιός υπήρξε μια από τις πιο αναγνωρίσιμεές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Ο γιος του, Γιάννης, ανακοίνωσε την απώλεια μέσα από μια φορτισμένη ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποχαιρετώντας τον πατέρα του με λόγια αγάπης για το ήθος και την αξιοπρέπειά του.
Μια πορεία από το κλασικό ρεπερτόριο στον «Ταμτάκο»
Γεννημένος στις 10 Μαρτίου 1947 στη Θεσσαλονίκη, με καταγωγή από τη Στενήμαχο Ημαθίας, ο Μόσιος ξεκίνησε την καλλιτεχνική του διαδρομή από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Πριν καθιερωθεί ως ο εμβληματικός «Ταμτάκος», υπηρέτησε το κλασικό θέατρο, συνεργαζόμενος με σπουδαία ονόματα όπως ο Δημήτρης Χορν στον «Ριχάρδο Γ’» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς. Η καριέρα του περιλαμβάνει επίσης συμμετοχές σε παραστάσεις όπως «Τα Πατατάκια» του Άρνολντ Ουέσκερ και «Η Χαρτοπαίχτρα», ενώ η συνεργασία του με τη Ρένα Βλαχοπούλου στην περιοδεία του έργου «Ο Σεΐχης της Καβάλας» αποτέλεσε σταθμό για την πορεία του.
Ο ρόλος του «Ταμτάκου», που τον έκανε ευρύτερα γνωστό, προέκυψε από δική του έμπνευση, συνδυάζοντας το λαϊκό χιούμορ με μια αυθόρμητη, ετοιμόλογη προσωπικότητα. Με την χαρακτηριστική τραγιάσκα, τα καρό σακάκια και την ιδιαίτερη προφορά του, ο χαρακτήρας αυτός κυριάρχησε σε εννέα κινηματογραφικές ταινίες και δεκατέσσερις βιντεοταινίες κατά τις δεκαετίες του ’80 και ’90. Ο Παύλος Χαϊκάλης, θυμούμενος την τελευταία τους συνεργασία σε περιοδεία στην Κύπρο, χαρακτήρισε τον Μόσιο ως έναν άνθρωπο αυθεντικό, ειλικρινή και ντόμπρο, που πάλεψε σκληρά για να επιβιώσει στον χώρο του θεάματος παρά τις δυσκολίες και τον πόλεμο που δέχτηκε. Ο ηθοποιός άφησε πίσω του μια πλούσια κληρονομιά, έχοντας καταφέρει να γεφυρώσει το κλασικό ρεπερτόριο με την εμπορική επιτυχία, παραμένοντας μέχρι το τέλος μια λαϊκή μορφή που αγαπήθηκε από το κοινό.