Το πιάνο βρέθηκε στο επίκεντρο των δύο τελευταίων τακτικών συναυλιών της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, όμως το αποτέλεσμα είχε ελάχιστη σχέση μεταξύ του. Μέσα σε ένα τρίμηνο, η κατάμεστη «Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης» φιλοξένησε δύο βραδιές με διεθνώς αναγνωρισμένους σολίστ και μαέστρους, που κατέληξαν να έχουν εντελώς διαφορετική καλλιτεχνική αξία.
Ο Φαζίλ Σάι επέστρεψε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου, με τη Νεοζηλανδή αρχιμουσικό κινεζικής καταγωγής Τιανγί Λου στο πόντιουμ, για να παρουσιάσει το νέο του κοντσέρτο για πιάνο «Μητέρα Γη» (Mother Earth). Το έργο, που συνέθεσε κατά παραγγελία της Cartier, αποτελεί την «καλλιτεχνική απάντηση στις ραγδαίες οικολογικές αλλαγές και την ανησυχητική επιτάχυνση της υπερθέρμανσης του πλανήτη» — όπως το περιγράφει ο ίδιος. Η παγκόσμια πρεμιέρα έγινε στην Expo της Οσάκα τον Μάιο του 2025, και έκτοτε το κοντσέρτο περιοδεύει με τον συνθέτη ως σολίστ· προσεχώς αναμένεται και στη Θεσσαλονίκη, με την ΚΟΘ στις 25 Σεπτεμβρίου.
Γραμμένο σε τέσσερις ενότητες (Γη, Δάσος, Θάλασσα και Ποτάμι) που πλαισιώνονται από πρελούδιο, ιντερλούδιο και ποστλούδιο, το ημίωρο κοντσέρτο είναι νεορομαντικής αισθητικής με έθνικ πινελιές. Το πρόβλημα, όμως, είναι βαθύτερο: από πλευράς φόρμας δεν παραπέμπει σε κοντσέρτο, ίσως ούτε καν σε συμφωνία κοντσερτάντε. Το πιάνο εισάγει το βασικό θέμα και στη συνέχεια αναλώνεται σε συνοδευτικό ρόλο — ουσιαστικά μία ακόμη «φωνή» μέσα στον ορχηστρικό ορυμαγδό, που γίνεται ενίοτε θορυβώδης στα κρεσέντι. Κάποια μελωδικά θέματα είναι πάντως ευφάνταστα, όπως η απόδοση ήχων πουλιών από τα ξύλινα ή ζώων από ειδικά όργανα, ενώ ένα από αυτά παραπέμπει ευθέως στη δική του «Μαύρη Γη». Η συνολική εντύπωση, ωστόσο, ήταν μια μάλλον φλύαρη, στερούμενη συνοχής σύνθεση, που δεν άφησε και πολλά περιθώρια για τον ίδιο τον σολίστ.
Οι μέτριες εντυπώσεις συνεχίστηκαν και μετά το διάλειμμα. Η ΚΟΑ επανήλθε στην 5η Συμφωνία του Σιμπέλιους, έργο με το οποίο — αν δεν σφάλλουμε — είχε να αναμετρηθεί πάνω από μία δεκαετία (τελευταία φορά, τον Ιανουάριο του 2016 υπό τον Τσιαλή). Η Τιανγί Λου, νικήτρια του Διεθνούς Διαγωνισμού Sir Georg Solti, φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη δραματουργία του έργου, όμως η τεχνική της δεν την ακολούθησε στις κορυφώσεις. Τα έγχορδα προσέφεραν σβέλτο παίξιμο με μαλακό ήχο και σωστή εκτύλιξη των θεμάτων, τα ξύλινα (το φαγκότο του Λιοδάκη, το φλάουτο του Νικόπουλου, το όμποε του Βάμβα) ήταν καλοδουλεμένα, αλλά η διαχείριση των δυναμικών ήταν συστηματικά προβληματική: το ακρόαμα γινόταν θολό χωρίς ευκρινή προβολή των φωνών, ενώ τα τύμπανα του Λάμπουρα ηχούσαν διαρκώς υπερβολικά ισχυρά.
Το καταληκτικό allegro molto επιδείνωσε τα πράγματα. Οι αποσυντονισμοί στα τρέμολι των εγχόρδων, η δραματουργικά εσφαλμένη ένταση των τυμπάνων και ο χρονισμός των έξι κοφτών συγχορδιών του φινάλε χωρίς την απαιτούμενη θεατρικότητα άφησαν τη μυστηριώδη γοητεία του έργου ως διαρκές ζητούμενο. Τα κόρνα υπό τον Σίσκο και οι τρομπέτες υπό τον Μπαλαμό έσωσαν πάντως το «κάλεσμα των κύκνων».
Εντελώς διαφορετική εικόνα τρεις μήνες νωρίτερα. Στις 20 Φεβρουαρίου, η Κλερ Χουάνγκτσι ερμήνευσε το 2ο Κοντσέρτο του Σοπέν σε μία συναυλία σαφώς ανώτερου επιπέδου, υπό τον Γεωργιανό αρχιμουσικό Βαχτάνγκ Καχίτζε — που πέρασε κάπως απαρατήρητη λόγω του φόρτου εκδηλώσεων εκείνης της περιόδου. Ο 67χρονος μαέστρος είναι γιος του Τζανσούγκ Καχίτζε (1935-2002), του θρυλικού αρχιμουσικού που παραμένει αξέχαστος στους παλιότερους ακροατές της ΚΟΑ για τις σημαντικές συναυλίες των δεκαετιών 1990 και 2000 και την ιδιαίτερη «χημεία» του με τους μουσικούς.
Η 36χρονη Χουάνγκτσι έδωσε μια δεξιοτεχνικά άψογη ερμηνεία, με εύπλαστη φραστική και κρυστάλλινη άρθρωση παρά την πρωτόγνωρη κινητικότητα του παιξίματός της. Το larghetto ήχησε με απόλυτη ποιητικότητα, το καταληκτικό allegro vivace με προσεγμένες εκλεπτύνσεις ήχου και δυναμικής, αναδεικνύοντας τις μπελ-καντίστικες ποιότητες της γραφής. Το ορχηστρικό παίξιμο ήταν ακριβές και σβέλτο σε αγαστή συνοδοιπορία με τη σολίστ, με την αρχική «βαριά» είσοδο να δίνει τη θέση της σε μία απρόσμενα καλή ώσμωση του μεταλλικού ήχου του πιάνου με τον πιο θαμπό της ορχήστρας. Στις θερμές επευφημίες, η πιανίστα αντιχάρισε τις 12 Παραλλαγές του Μότσαρτ πάνω στο «Ah! Vous dirai-je, maman» — το γνωστό σε όλους «Αχ, μητέρα μου».
Η βραδιά είχε ανοίξει με τη σπάνια νεανική «Συμφωνία» του Στραβίνσκυ, ένα εκτενές υστερορομαντικό έργο με καταβολές στον Ρίμσκυ-Κόρσακοφ και τον Γκλαζουνόφ. Ο Καχίτζε το διηύθυνε με μεγάλη οικονομία κινήσεων, δίνοντας έμφαση στη μελωδικότητα: τα έγχορδα υπό την Χατζηνικολάου έδωσαν διαυγή ήχο στο largo και στο μαγικό φινάλε sostenuto, ενώ τα πνευστά έλαμψαν στα σόλι τους — Βάμβας και Μουρίκης στο δεύτερο μέρος, Σίσκος και Νικόπουλος στο τρίτο.
Το κλείσιμο ήρθε με τη 2η Σουίτα από τον «Δάφνι και Χλόη» του Ραβέλ. Η απόδοση ήταν πρωτίστως «συμφωνική»: ανέδειξε την πλουσιότατη ενορχήστρωση της παρτιτούρας, με το άψογο σόλο της εξάρχουσας Χατζηνικολάου και τις θαυμάσιες συνεισφορές των πνευστών (Νικόπουλος, Γιάρκε, Βάμβας, Μουρίκης, Τσάμου), όμως άφησε σε δεύτερη μοίρα τον διάχυτο αισθησιασμό και τη λικνιστική διάθεση του έργου. Ακόμα κι έτσι, η θερμότατη υποδοχή του κοινού ήταν πλήρως δικαιολογημένη — μία υπενθύμιση του τι μπορεί να προσφέρει η ΚΟΑ όταν όλα δουλεύουν στο σωστό επίπεδο.