Όπερα: Από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, ένας μήνας γεμάτος μουσική
Ο Φεβρουάριος έκλεισε με δύο σπουδαία οπερατικά γεγονότα που άφησαν το στίγμα τους στην ελληνική μουσική σκηνή. Στη Θεσσαλονίκη, η παγκοσμίου φήμης υψίφωνος Ασμίκ Γκριγκοριάν μάγεψε το κοινό, ενώ στην Αθήνα, η Εθνική Λυρική Σκηνή αναβίωσε με επιτυχία τον «Φάλσταφ» του Βέρντι.
Αυτές οι παραγωγές, μαζί με την πρώτη σύγχρονη συναυλιακή παρουσίαση της «Διδούς» του Λαυράγκα, ανέδειξαν το υψηλό επίπεδο της όπερας στην Ελλάδα.
Η Γκριγκοριάν στη Θεσσαλονίκη: Μια φωνή που μαγεύει
Στις 7 Φεβρουαρίου, το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης φιλοξένησε ένα μοναδικό γκαλά όπερας με την Ασμίκ Γκριγκοριάν, τέσσερις μήνες μετά την πρώτη της εμφάνιση στην Αθήνα. Η 44χρονη Λιθουανοαρμένισσα υψίφωνος θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο περιζήτητα ονόματα στον κόσμο της όπερας, με ένα ρεπερτόριο που εκτείνεται πέρα από το μπελκάντο.
Λίγο πριν αναλάβει τον ρόλο της Κάρμεν στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, υπό τη διεύθυνση του Θεόδωρου Κουρεντζή, η Γκριγκοριάν ερμήνευσε στη Θεσσαλονίκη άριες και ντουέτα από τέσσερις βασικούς οπερατικούς της ρόλους. Μαζί της, ο Ουκρανός τενόρος Ντμύτρο Ποπόφ, ενώ η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, υπό τη διεύθυνση του Λιθουανού αρχιμουσικού Μοντέστα Πιτρένα, συνόδευσε τους καλλιτέχνες.
Η βραδιά χαρακτηρίστηκε από την εξαίσια φωνητική ερμηνεία και την σπάνια επιλογή ρεπερτορίου. Ο Πουτσίνι είχε την τιμητική του, με αποσπάσματα από την «Τόσκα», τη «Μανόν Λεσκώ» και τη «Μαντάμα Μπατερφλάι», αλλά και τα νεανικά «Βίλλι». Επίσης, ακούστηκαν φωνητικά αποσπάσματα από τη «Ρούσαλκα» του Ντβόρζακ, καθώς και ο 1ος Σλάβικος χορός του ίδιου συνθέτη.
Η Γκριγκοριάν, με το ισχυρό της τίμπρο, την άνεση στην υψηλή περιοχή και τις ασφαλείς χαμηλές νότες, κατάφερε να λάμψει. Η σκηνική της εμπειρία και η οξύτατη θεατρική της αντίληψη της επέτρεψαν να αναδείξει με μεγάλη τέχνη τέσσερις διαφορετικές οπερατικές ηρωίδες. Η Ρούσαλκα της είχε σπάνια δραματική αλήθεια, η Τόσκα απελπισία, η Τσο-Τσο-Σαν ευθραυστότητα και συναίσθημα, ενώ η Μανόν Λεσκώ αναδείχθηκε συναρπαστικά.
Η χημεία της με τον Ποπόφ απογείωσε τα ντουέτα, προσφέροντας μια αξέχαστη εμπειρία στο κοινό. Ο Ποπόφ, με τις λυρικοδραματικές του ποιότητες, υπήρξε ένας αξιόπιστος Καβαραντόσσι και Λεσκώ, αλλά κυρίως ένας ευαίσθητος Πρίγκηπας και ένας αποφασιστικός Πίνκερτον.
Η ΚΟΘ, αν και ο Πιτρένας δεν κατάφερε να σταθμίσει άριστα τις ισορροπίες δυναμικής με τις φωνές, έπιασε τα γνωστά υψηλά της στάνταρντς απόδοσης. Οι όποιες ατέλειες αμβλύνθηκαν από τις μεγάλες φωνές των μονωδών.
«Φάλσταφ» στην ΕΛΣ: Μια αναβίωση που ενθουσίασε
Δύο εβδομάδες αργότερα, στην κατάμεστη Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, παρακολουθήσαμε την τρίτη από τις έξι παραστάσεις του «Φάλσταφ» του Βέρντι. Η παραγωγή, που είχε πρωτοανεβεί πριν από τρία χρόνια, αναβίωσε με μεγάλη επιτυχία.
TikTok Video
Η Κατερίνα Πετσατώδη αναβίωσε την ευφρόσυνη σκηνοθεσία του Στήβεν Λάνγκριτζ, η οποία μετέφερε την ιστορία του Φάλσταφ από τον 17ο αιώνα στην μεσοπολεμική Αγγλία της δεκαετίας του ’30. Αυτή η επιλογή προσέφερε έναν αφηγηματικά συνεπή δραματουργικό μίτο, ιδίως ως προς την απαξίωση με την οποία αντιμετωπιζόταν ο ξεπεσμένος ιππότης.
Ο Γιώργος Σουγλίδης επιμελήθηκε τα σκηνικά και τα κοστούμια, αναπαριστώντας με γούστο και ακρίβεια την εποχή. Η θεατρικότητα της διδασκαλίας, το ομαδικό πνεύμα και οι καλοί φωτισμοί του Πήτερ Μάμφορντ συνέβαλαν στις πολύ θετικές εντυπώσεις.
Στο μουσικό επίπεδο, τα πράγματα πήγαν εξαιρετικά, παρά τις αλλαγές σε σχέση με την αρχική παραγωγή. Ο Ιταλός αρχιμουσικός Πάολο Καρινιάνι, με την τεράστια οπερατική του εμπειρία, υποστήριξε άρτια μονωδούς και χορωδούς, αναδεικνύοντας τις καταιγιστικές εναλλαγές της απαιτητικής παρτιτούρας του ώριμου Βέρντι.
Ο «Φάλσταφ» αποτέλεσε μια από τις σπανιότατες περιπτώσεις όπερας που η Λυρική μπορεί να υποστηρίξει με μια αμιγώς ελληνική διανομή. Ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος, αν και δεν διέθετε το ιδανικό τίμπρο για τον ρόλο, υπήρξε ένας μουσικά άρτιος και υποκριτικά «very British» Φάλσταφ. Ο Διονύσης Σούρμπης, στον ρόλο του Φορντ, ευχαρίστησε με την έγκυρη μουσικοδραματική του παρουσία.
Από πλευράς γυναικείων ρόλων, η Νεφέλη Κωτσέλη ως Κυρία Κουίκλυ, η Τσέλια Κοστέα ως Αλίτσε Φορντ και η Χρυσάνθη Σπιτάδη ως Μεγκ Πέιτζ, δημιούργησαν ένα ισορροπημένο φωνητικά και καλά συντονισμένο σκηνικά τρίο. Τα ζεύγη Ναννέττας – Φέντον (Μαριλένα Στριφτόμπολα και Βασίλης Καβάγιας) και Μπαρντόλφο – Πιστόλα (Γιάννης Καλύβας και Χάρης Ανδριανός) λειτούργησαν επίσης πολύ καλά. Τον αφελή Δρα Κάιους σκιαγράφησε πειστικά ο Ανδρέας Καραούλης.