Η διαδρομή του Αλέκου Συσσοβίτη στον χώρο της υποκριτικής δεν ήταν μια ευθεία γραμμή προς την επιτυχία, αλλά μια διαρκής άσκηση επιβίωσης και συνέπειας. Ο ηθοποιός, που σήμερα συμμετέχει στη σειρά «Ο Γιατρός» του Alpha υποδυόμενος έναν μεγαλοδικηγόρο, μίλησε ανοιχτά για τις περιόδους που χρειάστηκε να δανειστεί χρήματα για να ανταπεξέλθει, αρνούμενος παράλληλα προτάσεις που δεν τον εξέφραζαν καλλιτεχνικά.
Από την οικοδομή στη σκηνή
Η ζωή του ξεκίνησε σε μια φτωχή οικογένεια στη Θεσσαλονίκη, όπου η κουζίνα του σπιτιού λειτουργούσε και ως κρεβατοκάμαρα. Από τα 13 του χρόνια, ο πατέρας του, που ήταν σοβατζής, τον έπαιρνε μαζί του στις οικοδομές για να εργαστεί. Ακόμη νωρίτερα, στα 11 του, ο ίδιος έβρισκε τρόπους να βγάζει το χαρτζηλίκι του πουλώντας φελιζόλ έξω από το γήπεδο του ΠΑΟΚ, παίρνοντας τα υλικά από την οικοδομή του θείου του. «Ήμασταν ανήσυχοι, ψάχναμε τρόπους να βγάλουμε λεφτά, δεν θέλαμε να πάρουμε από τους γονείς μας», εξομολογήθηκε ο ίδιος.
Η επιλογή της αποχής και η πικρία για το σινεμά
Παρά την τεράστια αναγνωρισιμότητα από τη σειρά «Είσαι το ταίρι μου», ο ηθοποιός βίωσε έναν ιδιότυπο αποκλεισμό από τον κινηματογράφο. «Από τη στιγμή που έγινε μία μεγάλη επιτυχία στην τηλεόραση, λες και οι άνθρωποι του κινηματογράφου θεωρούν ότι δεν έχεις θέση στο σινεμά», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ως αυτοδίδακτος, έχοντας τελειώσει μηχανικός αυτοκινήτων, επέλεξε να απέχει από την τηλεόραση για εννέα χρόνια, προτιμώντας να επενδύσει στη μελέτη και να συνεργάζεται με σημαντικούς σκηνοθέτες, ακόμα και με χαμηλότερες αμοιβές σε πειραματικές παραστάσεις.
Η ελευθερία των νησιών
Πριν από την Αθήνα, η νεότητά του σημαδεύτηκε από την απόλυτη ελευθερία των νησιών. Στα 17 του έφυγε από τη Θεσσαλονίκη, φτάνοντας στη Μύκονο με μόλις τρία ευρώ στην τσέπη. «Δούλευα με κουστούμι και ξυπόλητος μέσα στα μαγαζιά. Πατάγαμε γυαλιά, τσιγάρα και δεν μας ένοιαζε τίποτα», θυμάται για εκείνη την εποχή. Αυτή η ανθεκτικότητα τον βοήθησε να διαχειριστεί τις οικονομικές κρίσεις των τελευταίων 13 ετών, κατά τις οποίες έκανε διάφορες δουλειές και δημιούργησε δικούς του θεατρικούς χώρους για να μην προδώσει τα όνειρά του. Η πορεία του, που έφτασε μέχρι το θέατρο της Επιδαύρου, αποτελεί για τον ίδιο την απόλυτη δικαίωση.