Η διαδρομή του Σταμάτη Φασουλή στο ελληνικό θέατρο μετρά πάνω από πέντε δεκαετίες, ξεκινώντας από τα πρώτα ερασιτεχνικά βήματα στην Κυψέλη. Μέσα από την εκπομπή «Πάμε μια βόλτα;» με τη Νίκη Λυμπεράκη, ο δημιουργός ξετυλίγει το νήμα μιας πορείας που σημαδεύτηκε από την απουσία και την όψιμη αποδοχή του πατέρα του.
Η σκιά του πατέρα και η αναζήτηση της αναγνώρισης
Ο πατέρας του, καπετάνιος στο επάγγελμα, επιθυμούσε διακαώς ο γιος του να ακολουθήσει την καριέρα του αξιωματικού στο Πολεμικό Ναυτικό, ακολουθώντας το παράδειγμα του θείου του, που ήταν Ναύαρχος. Η επιλογή του Φασουλή να γίνει «θεατρίνος» προκαλούσε αμηχανία στον πατέρα του, ο οποίος ένιωθε εκτεθειμένος στον κοινωνικό του κύκλο, ανάμεσα σε άλλους καπετάνιους. «Φαντάσου ένας καπετάνιος να πήγαινε στο καφενείο όπου ήταν κι άλλοι καπετανέοι και να του έλεγαν “ο γιος μου έγινε καπετάνιος, ο γιος μου έγινε θεατρίνος”», εξομολογείται ο ίδιος.
Αυτή η απόσταση μεταφράστηκε σε μια αόρατη παρουσία μέσα στο σπίτι. Ο ηθοποιός περιγράφει πως ο πατέρας του δεν τον υποτιμούσε ανοιχτά, αλλά τον είχε εξαφανίσει, κάνοντας τον να νιώθει αόρατος. Η επικοινωνία τους ήταν τόσο περιορισμένη που η μητέρα του έπρεπε να ζητά την άδεια για να του πει ο πατέρας του «καληνύχτα». Η ουσιαστική ανατροπή συνέβη όταν ο πατέρας του τον παρακολούθησε στις εξετάσεις του Εθνικού Θεάτρου, στο κτίριο Τσίλλερ. Εκείνη η στιγμή μετέτρεψε την επιφυλακτικότητα σε αποδοχή, με τον πατέρα του να παρακολουθεί έκτοτε σχεδόν κάθε βράδυ τις παραστάσεις του.
Η συμφιλίωση και η κληρονομιά της ενθάρρυνσης
Παρά την όψιμη αποδοχή, ο καλλιτέχνης αισθάνεται πως η αναγνώριση ήρθε πολύ αργά. Η εσωτερική σύγκρουση κορυφώθηκε την ημέρα που ο πατέρας του έφυγε από τη ζωή, καθώς ο ίδιος έπρεπε να ανέβει στη σκηνή για να παίξει. «Το μπαλκόνι του σπιτιού μας έβλεπε το ‘Σμαρούλα’. Και με άκουγε η μητέρα μου να γελάω, ενώ ο πατέρας μου ήταν νεκρός», θυμάται χαρακτηριστικά. Η συμφιλίωση μαζί του επήλθε τελικά έναν χρόνο μετά τον θάνατό του.
Σήμερα, ο Σταμάτης Φασουλής μετατρέπει αυτό το βίωμα σε πράξη προσφοράς. Στηρίζει νέους ηθοποιούς που στερούνται την οικογενειακή αποδοχή, προσφέροντας την ενθάρρυνση που ο ίδιος δεν έλαβε ποτέ στην αρχή της πορείας του. Μέσα από θεσμούς όπως το Βραβείο Δημήτρης Χορν, συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς για τις νεότερες γενιές, έχοντας διαγράψει μια διαδρομή που συνδέει το Εθνικό Θέατρο με την προσωπική του εξέλιξη.