Σε μια εποχή που η ελληνική τηλεόραση αναζητά νέα ισορροπία, η συζήτηση για το παρελθόν των αμοιβών στον χώρο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης αναδεικνύεται ως ένα θέμα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, φέρνοντας στο προσκήνιο την “χρυσή εποχή” πριν την οικονομική κρίση.
Το πρωινό της Πέμπτης (28/8), στην εκπομπή «Καλοκαίρι Παρέα» του ΑΝΤ1, η έμπειρη παρουσιάστρια Κατερίνα Καραβάτου και οι συνεργάτες της διεξήγαγαν έναν εκτενή διάλογο αναφορικά με τις εξαιρετικά υψηλές αμοιβές που χαρακτήριζαν τον χώρο των media στην Ελλάδα, προτού η οικονομική κρίση πλήξει τη χώρα. Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς φωτίζει τις δομικές αλλαγές που επήλθαν με την πάροδο του χρόνου και διαμορφώνουν το σημερινό τηλεοπτικό τοπίο.
Η «χρυσή εποχή» των media: Μια ανάλυση
Το πάνελ της εκπομπής σχολίασε διεξοδικά τα ποσά χιλιάδων ευρώ που φέρεται να λάμβαναν τότε κορυφαίοι παρουσιαστές και δημοσιογράφοι. Η Κατερίνα Καραβάτου, με την πολυετή εμπειρία της στον χώρο, έκανε τη δική της, προσωπική αναφορά στο ζήτημα, υπογραμμίζοντας την τεράστια απόσταση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Οι υπόλοιποι συνεργάτες μοιράστηκαν επίσης τις απόψεις τους, αναλύοντας τις διαφορές ανάμεσα στη σημερινή πραγματικότητα και την «χρυσή εκείνη εποχή», η οποία, όπως τονίστηκε, χαρακτηριζόταν συχνά από υπερβολές αλλά και από μια διαφορετική οικονομική δυναμική στον κύκλο εργασιών των τηλεοπτικών σταθμών.
Ο Αλέξης Μίχας, γνωστός για την εγκυρότητα των πληροφοριών του στον χώρο των media, πήρε πρώτος τον λόγο, επισημαίνοντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της άνεσης εκείνης της περιόδου: «Οι αμοιβές των συνεργατών στις εκπομπές τις προηγούμενες δεκαετίες, άγγιζαν τις σημερινές αμοιβές κεντρικών παρουσιαστών. Δεν θα πούμε συγκεκριμένα παραδείγματα». Η δήλωση αυτή υπογραμμίζει την αλλαγή του μισθολογικού επιπέδου, καθώς και την αναδιανομή των οικονομικών πόρων εντός των τηλεοπτικών παραγωγών.
Διαπραγμάτευση και αξία στην ιδιωτική αγορά
Η Μαρία Αντωνά, σε συνέχεια του διαλόγου, τόνισε το δικαίωμα της διαπραγμάτευσης στην αγορά εργασίας: «Καθένας διαπραγματεύεται τον εαυτό του όσο το δυνατόν προς τα πάνω μπορεί. Πού είναι το κακό; Ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που διεκδικούν πολύ υψηλές αμοιβές και στα πάνελ, τώρα μη γελιόμαστε, και καλά κάνουν οι άνθρωποι». Η άποψη αυτή αντανακλά την ελεύθερη οικονομία και την αρχή της προσφοράς και ζήτησης, ακόμη και σε έναν χώρο όπως τα media, όπου οι «αόρατες» πτυχές της δημοτικότητας και της επιρροής παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Η Αφροδίτη Γραμμέλη, γνωστή για την οξύνοια και την κριτική της ματιά, συμφώνησε με τη Μαρία Αντωνά, προσθέτοντας μια σημαντική διάσταση στην επιχειρηματολογία: «Εγώ δεν θέλω να σχολιάσω αυτό το πράγμα. Θα συμφωνήσω με τη Μαρία, ότι σε μία ιδιωτική αγορά καθένας διαπραγματεύεται την αξία του και την επαγγελματική του δεινότητα. Τα λεφτά δεν τα παίρνεις με το ζόρι, κάποιος σου τα δίνει. Άρα, την ευθύνη την έχει αυτός που σου τα δίνει». Η αναφορά αυτή φέρνει στο προσκήνιο την ευθύνη των καναλιών και των παραγωγών, οι οποίοι, επιλέγοντας να επενδύσουν σε συγκεκριμένα πρόσωπα, καθόριζαν (και καθορίζουν) το μισθολογικό τους επίπεδο βάσει εκτιμώμενης απόδοσης και δημοτικότητας.
Η Κατερίνα Καραβάτου και η αλλαγή των δεδομένων
Η Κατερίνα Καραβάτου, κλείνοντας τη συζήτηση από την πλευρά της, επιβεβαίωσε την αλλαγή των οικονομικών δεδομένων: «Πάντως, η αλήθεια είναι αυτή, ότι παλιότερα τα μέλη μίας ομάδας που έβγαιναν μπροστά στην κάμερα έπαιρναν απίστευτα χρήματα που τώρα δεν υπάρχουν. Μπορεί καθένας να διαπραγματεύεται, αλλά αυτά τα χρήματα δεν τα ‘χω ξανακούσει εγώ, έχω πολλά χρόνια να τα ακούσω, 15». Η δήλωση αυτή της Καραβάτου συμπυκνώνει την ουσία του προβληματισμού: τα υπέρογκα ποσά που κάποτε ήταν ο κανόνας, έχουν πλέον εκλείψει, αναγκάζοντας τον χώρο να προσαρμοστεί σε μια νέα, πιο μετριοπαθή, οικονομική πραγματικότητα.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι απλώς μια αναδρομή στο παρελθόν, αλλά μια σημαντική υπενθύμιση των μετασχηματισμών στον χώρο των media, τόσο σε οικονομικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Οι σημερινές συνθήκες απαιτούν μεγαλύτερη ευελιξία, προσαρμοστικότητα και αποδοτικότητα από όλους τους εμπλεκόμενους, καθιστώντας την εποχή της «αφθονίας» ένα μακρινό παρελθόν.