Η κακοποίηση έγινε το καλοκαίρι του 1993, σε σπίτι οικογενειακού φίλου, όταν ο Σπύρος Γραμμένος ήταν 13 ετών. Τη δημόσια αποκάλυψη έκανε πρώτα στο The Press Project και στη συνέχεια στην εκπομπή «Οι Άλλοι» της LiFO, μέσα στο κύμα #metoo που είχε ξεκινήσει στην Ελλάδα μετά την καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου τον Ιανουάριο του 2021. «Βρίσκω τη δύναμη μετά από 30 χρόνια να μιλήσω για αυτό», είπε, και πρόσθεσε: «Ένιωσα ότι πρέπει να σταματήσω να τον φοβάμαι».
Ο τραγουδοποιός και μουσικός, 46 ετών σήμερα, ήταν 43 όταν εκμυστηρεύτηκε δημόσια όσα κουβαλούσε για τρεις δεκαετίες. Οι κρίσεις πανικού άρχισαν όταν ήταν 15 ετών. Τότε τον ακολουθούσε ο φόβος ότι «θα με αφήσει το σώμα μου». «Αποσυνδέθηκα από το σώμα μου για να μην νιώσω όλο αυτό που συμβαίνει. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να συνδεθώ ξανά με το σώμα μου. Οι κρίσεις ξεκίνησαν έναν χρόνο μετά την κακοποίησή μου», εξήγησε.
Στα 35 του μίλησε για πρώτη φορά στην ψυχολόγο του και άρχισε να συνδέει το τραύμα με τη σχέση που είχε με το σώμα του. Λίγο πριν το πει δημόσια, το είχε εκμυστηρευτεί και στη μητέρα του: «Πριν λίγες μέρες κατάφερα να το πω στη μητέρα μου».
Περιγράφοντας την ενοχή που κουβαλούσε, στάθηκε στον τρόπο που ο θύτης τον έκανε να νιώσει υπεύθυνος. «Εμένα ήταν παθητική κακοποίηση. Ο άνθρωπος ήθελε να χρησιμοποιήσει το μόριό μου. Όταν σηκώθηκα να φύγω μου είπε “αυτό είναι το μυστικό μας, άμα το μάθει κανείς μας γ@μ@σ@ν”. Στα 13 μου έγινα συνένοχος σε ένα έγκλημα. Έφτασα στα 35 μου να καταλάβω τι είχε συμβεί. Έλεγα “αυτή η φάση”».
Για την απελευθέρωση μετά τη δημόσια ομολογία χρησιμοποίησε την εικόνα της «μαύρης μπάλας». «Η στιγμή της κακοποίησης σου δημιουργεί μια μαύρη μπάλα στο στήθος σου, έτσι το ένιωθα μια ζωή. Τη στιγμή που μιλάς είναι σαν να ξερνάς αυτήν τη μαύρη μπάλα που κουβαλάς μέσα σου. Απ’ όταν έφτυσα αυτή την μπάλα έγινα άλλος άνθρωπος».
Το αδίκημα έχει νομικά παραγραφεί λόγω της πάροδου των δεκαετιών. «Δεν μπορώ νομικά να του κάνω κάτι γιατί κάποια στιγμή, για τον νόμο παραγράφεται», παραδέχτηκε, για να συμπληρώσει ότι για το θύμα δεν παραγράφεται ποτέ. Ευχαρίστησε «αυτούς που βγήκαν και μίλησαν» και ξεκαθάρισε ότι δεν πιέζει κανέναν άλλον να ακολουθήσει, καθώς ο καθένας βιώνει τον πόνο διαφορετικά.