Η ηθοποιός Μαριάννα Τουμασάτου τοποθετήθηκε δημόσια για τη Μαρία Καρυστιανού, εκφράζοντας τον σεβασμό της για τον προσωπικό της αγώνα, αλλά και τις επιφυλάξεις της για τις πολιτικές της απόψεις. Μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή, η Τουμασάτου στάθηκε στον πόνο της μητέρας που έχασε το παιδί της στα Τέμπη, αναγνωρίζοντας τη δύναμη με την οποία διεκδικεί δικαιοσύνη. Ωστόσο, δεν δίστασε να εκφράσει τη διαφωνία της με τις πολιτικές τοποθετήσεις της Καρυστιανού, χαρακτηρίζοντάς τες ως «άκρα δεξιά».
Σεβασμός στον πόνο, επιφυλάξεις στις πολιτικές θέσεις
«Τη σέβομαι και θα τη σέβομαι για πάντα», δήλωσε χαρακτηριστικά η Μαριάννα Τουμασάτου, αναφερόμενη στην απώλεια του γιου της Μαρίας Καρυστιανού στο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών. Αναγνώρισε τις «μεγάλες μάχες» που έχει δώσει η Καρυστιανού απέναντι σε «υψηλούς αντιπάλους» και «θεσμούς», υπογραμμίζοντας την αξιοθαύμαστη αντοχή της.
Παρ’ όλα αυτά, η ηθοποιός ξεκαθάρισε πως δεν συμφωνεί με τις πολιτικές θέσεις που έχει ακούσει από την πλευρά της Καρυστιανού. «Θεωρώ ότι είναι πολύ άκρα δεξιά για τη δική μου αισθητική», είπε, προσθέτοντας με μια δόση ειρωνείας: «Έτσι κι αλλιώς έχουμε πολλούς ακροδεξιούς, οπότε δεν τρέχει και τίποτα». Η δήλωση αυτή υποδηλώνει μια απόσταση από το πολιτικό φάσμα στο οποίο τοποθετεί την Μαρία Καρυστιανού.
Η πορεία της Καρυστιανού από την τραγωδία στην πολιτική
Η Μαρία Καρυστιανού, παιδίατρος από τη Θεσσαλονίκη, βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας μετά την τραγωδία των Τεμπών το 2023, όπου έχασε τον 19χρονο γιο της, Παναγιώτη. Από τότε, ανέλαβε την προεδρία του Συλλόγου Πληγέντων από το Δυστύχημα των Τεμπών, μετατρέποντας τον προσωπικό της πόνο σε έναν αγώνα για δικαιοσύνη και διαφάνεια.
Πρόσφατα, τον Ιανουάριο του 2026, η Καρυστιανού ανακοίνωσε την ίδρυση νέου πολιτικού κόμματος, με στόχο την ανάδειξη κοινωνικών ζητημάτων και την αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων. Η κίνησή της αυτή έχει προκαλέσσει ποικίλες αντιδράσεις, με ορισμένους να τη βλέπουν ως σύμβολο αντίστασης και άλλους να εκφράζουν ανησυχίες για τις πολιτικές της θέσεις, οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί από επικριτές ως ακροδεξιές, ιδίως σε θέματα δικαιωμάτων και επιστήμης.